Η ανάκτηση της πόλης και του τόπου

Η ανάκτηση της πόλης και του τόπου

Τον προηγούμενο αιώνα στην Ελλάδα η αστυφιλία σε συνδυασμό με την έλλειψη εθνικού σχεδίου ανάπτυξης, διαμόρφωσε τον αστικό χώρο αποστεώνοντας την ύπαιθρο.

Στο Ηράκλειο ζήσαμε μια πολλαπλασιαστική μορφή του φαινομένου αφού ο πληθυσμός της πόλης στη διάρκεια ενός αιώνα τετραπλασιάστηκε.

Οι συνέπειες ήταν οδυνηρές και χαρακτηρίστηκαν  από πρακτικές κατανάλωσης του τοπίου, που λειτούργησαν σε βάρος της πόλης και  των χωριών. Φορτία τσιμέντου στην λογική μεγιστοποίησης του κέρδους διαμόρφωσαν την πόλη, που αναπτύχθηκε ενάντια στο μέτρο και την αρμονία, ενώ ταυτόχρονα εγκαταλείφθηκε η ύπαιθρος και χάθηκαν πρόσοδοι από την παραγωγική και πολιτισμική ιστορία του τόπου.

Η συσσώρευση πληθυσμού με την ταυτόχρονη άναρχη ανάπτυξη της κατοικίας, σε συνδυασμό  και με την έλλειψη σχεδίου, οδήγησε στη διαμόρφωση της πόλης χωρίς ταυτότητα,   στην οποία κατοικούν άνθρωποι  τηλεορασόπληκτοι, εφημεριδοφάγοι, άκριτοι καταναλωτές ειδήσεων και γεγονότων.

Ιστορικά όμως οι πόλεις  δημιουργήθηκαν στη φάση πολιτισμικής ανάπτυξης του ανθρώπου και είχαν στόχο να λειτουργήσουν στην κατεύθυνση ικανοποίησης αυτής της ανάγκης.

«Αν οι πόλεις είναι η κοινωνία χαραγμένη στο έδαφος και η κοινωνία είναι η εξιδανίκευση αυτού που συμβαίνει στο χώρο τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια τερατογένεση στο Μινώταυρο και στο Λαβύρινθο παρά σε ένα νέο υψηλού επιπέδου πολιτισμό» (Μιχάλης Χαραλαμπίδης στο « Πόλεων και τόπου παιδεία»)

Το χαρακτηριστικό του τόπου μας είναι η πολυμορφία του τοπίου που σε συνδυασμό με την ιστορία , το φυσικό περιβάλλον και τη γεωγραφία μπορούν να αποτελέσουν συγκριτικό πλεονέκτημα του.

Αντί να το εκμεταλλευτούμε δυστυχώς οδηγηθήκαμε σε πόλεις κλώνους της Αθήνας που έχασαν τα χαρακτηριστικά τους, τσιμεντοποιήθηκαν, σκυθρώπιασαν, γέρασαν και ζουν περισσότερο τη νύχτα παρά την ημέρα.

Στη διαδικασία μεταφοράς πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη χάθηκε ο πλούτος, η ιστορία, η παραγωγική διαδικασία γενεών που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα άλλο οικονομικό και αναπτυξιακό πρόταγμα.

Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, το Ηράκλειο και οι άλλες μεγάλες πόλεις που δημιουργήθηκαν δεν κατάφεραν να ενσωματώσουν την ύπαιθρο χώρα.

Δεν τη σεβάστηκαν καν όπως δε σεβάστηκαν την ιστορία τους και το χώρο.

Ενώ παλιότερα οι πόλεις διέφεραν και ήταν εύκολα αναγνωρίσιμες σήμερα παρατηρείται το φαινόμενο της ομογενοποίησης και της απώλειας  των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους.

Τα ιστορικά τους κέντρα χάθηκαν στις στρεβλώσεις μιας άναρχης και χωρίς σχέδιο ανάπτυξης που σε συνδυασμό με την έλλειψη σεβασμού στο ιστορικά δομημένο περιβάλλον κατέστρεψε την ιδιοπροσωπία τους.

Πόλεις που αναπτύσσονται στη λογική της αύξησης και του κέρδους,  των εμπορικών κέντρων και των αυτοκινήτων,  και όχι πόλεις ανθρώπινες του δημόσιου χώρου και του δημόσιου λόγου.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στη χώρα που λειτούργησε η εκκλησία του δήμου το κράτος υποκατέστησε το δήμο και χάθηκε η δημοκρατία.

Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε το λόγο που πλέον κατοικούμε, δεν ζούμε ως πολίτες και συνακόλουθα γιατί γινόμαστε καταναλωτές και όχι παραγωγοί.

Κάποιοι θα πουν φταίει το κράτος και η έλλειψη πόρων. Γνώμη μου είναι ότι υπάρχει απουσία σχεδίου και οράματος.

Και τώρα τι μπορεί να γίνει; Υπάρχει άραγε δυνατότητα αντιστροφής της κατάστασης. Προφανώς και υπάρχει. Αρκεί να είναι σαφώς προσδιορισμένος ο στόχος, να υπάρχει όραμα, πολιτική σκέψη και  σοβαρή τακτική.

Πρώτα από όλα η πόλη πρέπει να ανακτήσει χώρο, να αναδείξει την ιστορία της, να γίνει ανθρώπινη.

Κατ’ αρχήν λοιπόν χρειάζεται μια διαδικασία αποσυγκέντρωσης των φορτισμένων περιοχών και ιδιαίτερα του ιστορικού κέντρου.

Να υπάρξει σεβασμός και να αναδειχθούν τα κληροδοτήματα της ιστορίας, που θα αποτελέσουν την σύνδεση του σήμερα με το χθες και σε μια διαδικασία αλληλοτροφοδότησης θα διαμορφώσουν κοινωνία πολιτών γιατί είναι προφανές πως αν αντιληφθούμε τον πλούτο από την ιστορική  και πολιτισμική πρόσοδο της πόλης μας θα μετατραπούμε από κάτοικοι σε πολίτες.

Παράλληλα θα πρέπει να υπάρξει ενίσχυση των ροών προς την ύπαιθρο όχι σε μια λογική αύξησης της κατοικίας αλλά σε μια προσπάθεια ανάπτυξης ενός νέου παραγωγικού προτύπου που θα συνδυάσει το μεγάλο κοίτασμα της χώρας τον πρωτογενή τομέα με τη γνώση και την επιστήμη.

Να αξιοποιηθεί ο μεγάλος πλούτος που έχουμε αφήσει ανεκμετάλλευτο και αφορά τη συσσωρευμένη γνώση και δημιουργική ικανότητα των μαστόρων της γης και των μοναδικών προϊόντων που μπορούμε και λόγω των συνθηκών να παράγουμε.

Θα περάσουμε έτσι από ένα πρότυπο οικονομίας παροχής υπηρεσιών σε μια παραγωγική διαδικασία που αν συνδεθεί με την ιστορία, τον φυσικό πλούτο του τόπου, τις αξίες και τον πολιτισμό, θα δώσει ώθηση ανάπτυξης στη συμβολική οικονομία .

Γι αυτό το λόγο όμως θα πρέπει η πόλη να λειτουργήσει ως χώρος πολιτισμικής ανάπτυξης και τα χωριά να αποτελέσουν τη νέα «βαριά βιομηχανία της χώρας».

Άλλωστε στη διαμόρφωση των πόλεων, στην αξιοποίηση και χρήση της γης, στην πυκνότητα των νοημάτων και των συμβολισμών τους, απεικονίζεται η πνευματικότητα των ανθρώπων.

 

* Το άρθρο είναι του κ. Αναστασίου Τσατσάκη , ΕΤΕΠ ΤΕΙ Κρήτης και υποψηφίου Δημοτικού συμβούλου με τη Δημοτική Κίνηση  «Ηράκλειο Ενεργοί Πολίτες»